ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«Σε μια εποχή διεθνούς ανασφάλειας, αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι Ένοπλες Δυνάμεις με υψηλό ηθικό, συνοχή και εμπιστοσύνη στην Πολιτεία.

Όχι στελέχη που αισθάνονται αναλώσιμα και εγκλωβισμένα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο.»

Ν. Γιαννακοπούλου: «Σε μια εποχή διεθνούς ανασφάλειας, αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι Ένοπλες Δυνάμεις με υψηλό ηθικό, συνοχή και εμπιστοσύνη στην Πολιτεία.» Με αφορμή τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για τη ψήφιση του νομοσχέδιου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή (Σταδιοδρομία και εξέλιξη Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και Επαγγελματιών Οπλιτών των Ενόπλων Δυνάμεων, μισθολογικές ρυθμίσεις για το στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, αναδιοργάνωση ακαδημαϊκής εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατολογία των Ελλήνων, εθελοντική στράτευση γυναικών και άλλες διατάξεις) τοποθετήθηκε η Βουλευτής Δυτικού Τομέα Αθηνών του ΠΑΣΟΚ- Κινήματος Αλλαγής, Νάντια Γιαννακοπούλου.

Ξεκινώντας την ομιλία της, ανέφερε : «Συζητούμε σήμερα ένα κρίσιμο νομοσχέδιο, σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ρευστότητα και διαρκείς ανατροπές. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται και η έννοια της ασφάλειας αποκτά νέο, πιο σύνθετο περιεχόμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αποφάσεις που λαμβάνουμε για την εθνική άμυνα δεν είναι τεχνικές ή ουδέτερες· είναι βαθιά πολιτικές και στρατηγικές. Επομένως, όσα συμβαίνουν σήμερα στη διεθνή σκηνή δεν είναι αποκομμένα από τις δικές μας επιλογές, επιδρούν στην κατάσταση και τις προοπτικές της χώρας. Η στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα, ανεξαρτήτως της κριτικής που δικαίως ασκείται στο βάρβαρο, αυταρχικό, δικτατορικό καθεστώς Μαδούρο, άνοιξε εκ νέου μια επικίνδυνη συζήτηση για τα όρια της διεθνούς νομιμότητας, τη χρήση ισχύος και την επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου.

Όταν η ισχύς υποκαθιστά τους θεσμούς και οι κανόνες εφαρμόζονται κατά το δοκούν, το αποτέλεσμα δεν είναι περισσότερη ασφάλεια, αλλά μεγαλύτερη αστάθεια και βαθύτερη ανασφάλεια για όλους. Έχουμε μπει σε μια επικίνδυνη περίοδο για τις διεθνείς σχέσεις. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο την ωμότητα, τον αναθεωρητισμό, τον διεθνή ετσιθελισμό και ότι η παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας ενός κράτους δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Παράλληλα, στη Μέση Ανατολή, η παρατεταμένη σύγκρουση και η πρωτοφανής ανθρωπιστική κρίση αναδεικνύουν την ανάγκη για καθαρό πολιτικό λόγο και συνέπεια. Οι χώρες που θέλουν να θεωρούνται αξιόπιστες δεν μπορούν να υιοθετούν επιλεκτικές ευαισθησίες, ούτε να σιωπούν όταν παραβιάζεται το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα οφείλει να ασκεί εξωτερική πολιτική αρχών και στρατηγικής συνέπειας, όχι αποσπασματικών τοποθετήσεων.

Με την Τουρκία, χρειάζεται σταθερή αποτροπή, σαφείς κόκκινες γραμμές και προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Με το Ισραήλ, στρατηγική συνεργασία, αλλά και καθαρή φωνή υπέρ της προστασίας των αμάχων και του ανθρωπιστικού δικαίου. Με την Ουκρανία, στήριξη στην εδαφική ακεραιότητα και ταυτόχρονα ενεργός ρόλος υπέρ της ειρήνης και της διπλωματικής αποκλιμάκωσης. Το ίδιο ισχύει για την Ελλάδα, ισχύει όμως και συνολικά για τον ρόλο της Ε.Ε που πρέπει να δείξει δύναμη, ισχύ, τόλμη. Ακριβώς γι’ αυτό, η άμυνα της χώρας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εσωτερική διοικητική υπόθεση ή ως πεδίο επικοινωνιακών εξαγγελιών. Η εθνική άμυνα είναι άρρηκτα δεμένη με την εξωτερική πολιτική, τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και – κυρίως – με τους ανθρώπους που τη στελεχώνουν.Όταν το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο επικίνδυνο, οι Ένοπλες Δυνάμεις χρειάζονται περισσότερη συνοχή, θεσμική σταθερότητα και εμπιστοσύνη, όχι πειραματισμούς και αιφνιδιασμούς.Μέσα σε αυτή τη διεθνή συγκυρία, κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις χρειάζονται προσαρμογή.»

Η Νάντια Γιαννακοπούλου υπογράμμισε ότι : «Ο σύγχρονος πόλεμος αλλάζει, η τεχνολογία εξελίσσεται, οι απειλές γίνονται πιο σύνθετες και πολυεπίπεδες. Ο εκσυγχρονισμός είναι αναγκαίος. Όμως δεν μπορεί να είναι αποσπασματικός, ούτε να περιορίζεται σε διοικητικούς και βαθμολογικούς ανασχεδιασμούς. Απαιτεί εθνική στρατηγική, συνολικό σχεδιασμό και σύνδεση της άμυνας με την εξωτερική πολιτική, την αμυντική βιομηχανία και – κυρίως – με το ανθρώπινο δυναμικό.

Η εθνική άμυνα δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, πεδίο επικοινωνιακών πειραματισμών. Είναι εθνική υπόθεση. Δυστυχώς, το νομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα δεν συνιστά ουσιαστική μεταρρύθμιση ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Αντιθέτως, αποτελεί τη μεγαλύτερη ανατροπή στη δομή και στη σταδιοδρομία του προσωπικού εδώ και δεκαετίες, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, χωρίς ουσιαστικό διάλογο και χωρίς ένα αξιόπιστο μεταβατικό πλαίσιο. Η πρωτοφανής αντίδραση των εν ενεργεία και εν αποστρατεία στελεχών, οι μαζικές κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα και τα χιλιάδες σχόλια στη δημόσια διαβούλευση δεν είναι λεπτομέρειες κύριε Υπουργέ. Είναι ένα ηχηρό καμπανάκι.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν συνηθίζουν να διαμαρτύρονται, και το ξέρουμε καλά αυτό. Όταν όμως το κάνουν, η Πολιτεία οφείλει όχι απλώς να ακούσει, αλλά να προβληματιστεί σοβαρά. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα του νομοσχεδίου. Παρουσιάζεται ως αναγκαίος εκσυγχρονισμός, όμως στην πράξη αποτελεί μια βαθιά ανατροπή στη δομή και στη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων χωρίς εθνική στρατηγική πυξίδα. Δεν εντάσσεται σε έναν συνολικό σχεδιασμό που να συνδέει το αμυντικό δόγμα με τις γεωπολιτικές προτεραιότητες της χώρας, τα εξοπλιστικά προγράμματα, την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και το ανθρώπινο δυναμικό. Αντίθετα, περιορίζεται σε αποσπαστικές ρυθμίσεις που δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντούν.

Η ίδια η Κυβέρνηση παραδέχεται ότι τα τελευταία χρόνια οι Ένοπλες Δυνάμεις αντιμετωπίζουν απώλεια έμπειρων στελεχών και μειωμένο ενδιαφέρον των νέων για στρατιωτική σταδιοδρομία. Κι όμως, αντί να ενισχύσει την ελκυστικότητα, την αξιοκρατία και τη σταθερότητα, το παρόν νομοσχέδιο εισάγει αβεβαιότητα, περιορίζει προοπτικές εξέλιξης και αποδυναμώνει το αίσθημα δικαιοσύνης στο εσωτερικό του στρατεύματος.» Κλείνοντας, η Βουλευτής δήλωσε ότι : «Σε μια εποχή διεθνούς ανασφάλειας, αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι Ένοπλες Δυνάμεις με υψηλό ηθικό, συνοχή και εμπιστοσύνη στην Πολιτεία. Όχι στελέχη που αισθάνονται αναλώσιμα και εγκλωβισμένα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο.

Η διαφωνία μας, λοιπόν σήμερα, είναι ουσιαστική και στρατηγική. Δεν αρνούμαστε την ανάγκη εκσυγχρονισμού. Αρνούμαστε ένα μοντέλο Ενόπλων Δυνάμεων, που στηρίζεται στη φθορά του ανθρώπινου δυναμικού και στη διοικητική αστάθεια. Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει σε Ένοπλες Δυνάμεις σύγχρονες. Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει σε Ένοπλες Δυνάμεις με συνοχή, θεσμική συνέχεια και στελέχη που νιώθουν ότι η Πολιτεία στέκεται δίπλα τους, όχι απέναντί τους. Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει σε Ένοπλες Δυνάμεις, που δεν στηρίζουν απλώς τα στελέχη τους, αλλά στηρίζονται σε αυτά, νύχτα-μέρα! Γι’ αυτό τον λόγο καταψηφίζουμε το σημερινό νομοσχέδιο..»