Τις σημαντικές πιέσεις που δέχεται η ελληνική οικονομία ανέδειξε
ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου σε συνέντευξή του στο Kontra (20/4/2026), επισημαίνοντας τις επιπτώσεις της ακρίβειας, του αυξημένου ενεργειακού κόστους και της επιβράδυνσης της κατανάλωσης. Όπως ανέφερε, η επιδείνωση βασικών οικονομικών δεικτών επηρεάζει άμεσα τόσο τα νοικοκυριά όσο και τη λειτουργία των επιχειρήσεων, διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για την αγορά.
Ο κ. Χατζηθεοδοσίου τόνισε ότι η κρίση των καυσίμων έχει άμεσο και ευρύ αντίκτυπο στην οικονομία, καθώς το αυξημένο κόστος επηρεάζει καθοριστικά τόσο την παραγωγή όσο και τη διακίνηση των προϊόντων. Ο πληθωρισμός έχει πλέον ξεπεράσει το 4%, υπερβαίνοντας ακόμη και τα επίπεδα της μεγάλης ενεργειακής κρίσης, γεγονός που εντείνει την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Επικαλούμενος στοιχεία από την έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σημείωσε ότι το 62% των πολιτών δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις μηνιαίες του υποχρεώσεις, ενώ το φτωχότερο 20% δαπανά έως και το 36% του εισοδήματός του αποκλειστικά για βασικά αγαθά. Η οικονομική αυτή πίεση, όπως είπε, επιδεινώνεται από το υψηλό κόστος στέγασης, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει έως και το 93% του βασικού μισθού.
Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Ε.Ε.Α., και στην πασχαλινή αγορά, όπου εκτιμάται ότι καταγράφηκε πτώση τζίρου περίπου 20%. Όπως εξήγησε, ακόμη και όταν ο ονομαστικός τζίρος εμφανίζεται σταθερός, ο «αποπληθωρισμένος» τζίρος καταδεικνύει σημαντική μείωση στις πραγματικές ποσότητες πωλήσεων, ακόμη και σε βασικά είδη σούπερ μάρκετ. Συνολικά, η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις χαμηλότερες της Ευρώπης, υποχωρώντας ακόμη και κάτω από εκείνη της Βουλγαρίας.
Αναφερόμενος στην επιχειρηματικότητα, επισήμανε ότι περισσότερες από 300.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακή κατάσταση, με το ιδιωτικό χρέος να αυξάνεται λόγω τόκων και προσαυξήσεων. Χαρακτήρισε το 60% αυτών των οφειλών ως μη βιώσιμο και υπογράμμισε την ανάγκη άμεσης θέσπισης ρύθμισης 120 δόσεων, προκειμένου να δοθεί ουσιαστική ανάσα στις επιχειρήσεις και να αποφευχθεί κύμα πτωχεύσεων και απώλειας θέσεων εργασίας.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για παρεμβάσεις, όπως η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και του ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα, δεδομένου ότι καταγράφονται πλεονάσματα και πρόωρη αποπληρωμή χρέους. Αναφέρθηκε, επίσης, στην ύπαρξη ολιγοπωλιακών δομών και φαινομένων καρτέλ στην αγορά, επισημαίνοντας ότι η συγκέντρωση του τζίρου σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις δεν λειτουργεί προς όφελος ούτε της οικονομίας ούτε των καταναλωτών.
Κλείνοντας, εξέφρασε έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων. Προειδοποίησε ότι η παρατεταμένη αστάθεια ενδέχεται να πλήξει σοβαρά την ευρωπαϊκή οικονομία και να διαμορφώσει ένα νέο μοντέλο τουρισμού στην Ελλάδα, με αυξημένες αφίξεις αλλά χαμηλότερη κατά κεφαλήν δαπάνη, λόγω του υψηλού κόστους μετακίνησης.

