Άρθρο του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και

Επίτιμου Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιά και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εφημερίδα “ΑΞΙΑ” (22/02/2026)

Η ακρίβεια παραμένει η πιο πιεστική πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία. Δεν πρόκειται για μια θεωρητική διαπίστωση, αλλά για ένα συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται σταθερά μέσα από έρευνες κοινής γνώμης και μελέτες φορέων της αγοράς. Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι το αυξημένο κόστος ζωής κυριαρχεί στις ανησυχίες των πολιτών, επηρεάζοντας καθοριστικά την καθημερινότητά τους.

Οι συνεχείς ανατιμήσεις, ιδίως στα βασικά είδη διατροφής, έχουν περιορίσει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται σε πάγιες ανάγκες, η κατανάλωση συρρικνώνεται και μαζί της περιορίζεται και η δυναμική της αγοράς. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον καταναλωτή αλλά επηρεάζει άμεσα και τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Οι επαγγελματίες βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε δύο πιέσεις. Από τη μία, το κόστος λειτουργίας αυξάνεται διαρκώς — ενέργεια, προμήθειες, μεταφορές. Από την άλλη, η μειωμένη αγοραστική δύναμη οδηγεί σε πτώση του τζίρου. Αυτή η ασφυκτική συνθήκη στερεί από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επενδύσουν, να αναπτυχθούν και, σε αρκετές περιπτώσεις, να ανταποκριθούν στις υφιστάμενες υποχρεώσεις τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις είναι επιτακτική. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά αποτελεί ένα άμεσο και αποτελεσματικό μέτρο ανακούφισης. Ο ΦΠΑ είναι ένας έμμεσος φόρος που επιβαρύνει εξίσου όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματός τους. Έτσι, πλήττει περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους, καθώς καταλαμβάνει μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ σε βασικές κατηγορίες προϊόντων, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την κατανάλωση. Η μείωσή τους δεν είναι απλώς ένα δημοσιονομικό εργαλείο, αλλά μια κοινωνικά δίκαιη επιλογή. Σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, η όποια ελάφρυνση μεταφέρεται στον τελικό καταναλωτή, καθώς καμία επιχείρηση δεν μπορεί να αγνοήσει τις πιέσεις της αγοράς. Η εμπειρία από περιοχές όπου εφαρμόστηκαν χαμηλότεροι συντελεστές καταδεικνύει ότι το όφελος μπορεί να είναι ουσιαστικό για κοινωνία και επιχειρήσεις.

Βεβαίως, η φορολογική πολιτική από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτείται εντατικοποίηση των ελέγχων, διαφάνεια στην αγορά και αποφασιστικότητα απέναντι σε φαινόμενα αισχροκέρδειας ή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Η Πολιτεία έχει καθήκον να διασφαλίζει ότι κάθε μέτρο στήριξης αποδίδει πραγματικά και δεν χάνεται σε αθέμιτες πρακτικές.

Παράλληλα, η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας χρειάζεται σταθερό και ολοκληρωμένο σχέδιο. Μια νέα ρύθμιση οφειλών σε έως 120 δόσεις θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική ανάσα σε χιλιάδες επαγγελματίες, χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Η διευκόλυνση στην αποπληρωμή υφιστάμενων χρεών δίνει χρόνο και προοπτική, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να επανέλθουν σε τροχιά βιωσιμότητας.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να περιμένει. Χρειάζεται πολιτική βούληση, στοχευμένες παρεμβάσεις και αποφάσεις με κοινωνικό πρόσημο. Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και η ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων δεν είναι απλώς αιτήματα της αγοράς. Είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας.