Άρθρο του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών

και Επίτιμου Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιά και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εφημερίδα “ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ” (20/03/2026).

Η ελληνική οικονομία και η κοινωνία βρίσκονται αντιμέτωπες με μια παρατεταμένη περίοδο έντονων πιέσεων. Η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη και η ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις είναι πλέον επιτακτική.

Τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί από την κυβέρνηση, όπως οι έλεγχοι στην αγορά και τα πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, κινούνται στη λογική της αντιμετώπισης φαινομένων αισχροκέρδειας. Είναι παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό ακραίων πρακτικών, δεν αντιμετωπίζουν όμως την ουσία του προβλήματος, δηλαδή το υψηλό επίπεδο των τιμών που συνεχίζει να πιέζει την κοινωνία.

Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μόνο να αποτραπούν φαινόμενα εκμετάλλευσης, αλλά να υπάρξει πραγματική αποκλιμάκωση των τιμών. Και αυτό απαιτεί πιο τολμηρές και στοχευμένες πολιτικές, που θα μειώνουν το κόστος σε όλη την αλυσίδα της οικονομίας.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη βάση της ελληνικής αγοράς, λειτουργούν ήδη σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιβαρύνσεων. Από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες έως τη φορολογία και τη χρηματοδότηση, το κόστος παραμένει υψηλό και μετακυλίεται αναπόφευκτα στις τελικές τιμές. Παρά τις προσπάθειες των επαγγελματιών να απορροφήσουν μέρος αυτών των αυξήσεων, τα περιθώρια έχουν πλέον εξαντληθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να υιοθετηθούν μέτρα που θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στις τιμές. Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά είδη διατροφής αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη συγκράτηση και, υπό προϋποθέσεις, στη μείωση των τιμών. Πρόκειται για επιλογές που έχουν εφαρμοστεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με θετικά αποτελέσματα.

Ταυτόχρονα, απαιτείται ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, ώστε οι παρεμβάσεις που ήδη έχουν ανακοινωθεί να εφαρμόζονται στην πράξη. Η ύπαρξη κανόνων χωρίς ουσιαστικό έλεγχο δεν επαρκεί για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Ωστόσο, η διάσταση του προβλήματος υπερβαίνει τα εθνικά όρια. Η ακρίβεια συνδέεται άμεσα με ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας και των μεταφορών. Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα οφείλει να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Απαιτείται συντονισμένη πίεση προς τα ευρωπαϊκά όργανα για τη λήψη κοινών μέτρων που θα περιορίζουν το ενεργειακό κόστος, θα διασφαλίζουν δίκαιες συνθήκες ανταγωνισμού και θα αποτρέπουν στρεβλώσεις στην ενιαία αγορά.

Παράλληλα, είναι κρίσιμο να υιοθετηθούν πολιτικές που θα ενισχύσουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Μια νέα ρύθμιση οφειλών σε έως 120 δόσεις, με ρεαλιστικούς όρους, θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική ανάσα σε χιλιάδες επαγγελματίες που προσπαθούν να παραμείνουν βιώσιμοι.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές κινήσεις. Απαιτεί ένα συνεκτικό σχέδιο που θα στοχεύει στη μείωση του κόστους και στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.